Πώς λειτουργούσε το μεγάλο κύκλωμα με τα «στημένα» φρουτάκια και τις παράνομες λέσχες – Πάνω από 16 εκατ. ευρώ τα κέρδη
δίνω σε κάτι πιο φωτεινή απόχρωση: ~ τα μαλλιά μου (ΣΥΝ. 11.
| Ελληνικά | Αγγλικά | Γεύση | Κυρίαρχο χρώμα |
|---|---|---|---|
| Λεμόνι | Lemon | Ξινό | Κίτρινο |
| Λάιμ | Lime | Ξινό/πικρό | Πράσινο |
| Γκρέιπφρουτ | Grapefruit | Ξινό/πικρό | Ροζ/Κίτρινο |
| Μανταρίνι | Mandarin | Γλυκό | Πορτοκαλί |
| Κλεμεντίνα | Clementine | Γλυκό | Πορτοκαλί |
γράφω το πρώτο από δύο σημεία στίξης που αποτελούν ζεύγος: Ανοίξτε εισαγωγικά. ● ανοίγεται: εκτείνεται, απλώνεται: Μπροστά μας ~ η θάλασσα.
| Ελληνικά | Αγγλικά | Επιστημονική ονομασία |
|---|---|---|
| Μήλο | Apple | Malus domestica |
| Μπανάνα | Banana | Musa |
| Πορτοκάλι | Orange | Citrus × sinensis |
| Φράουλα | Strawberry | Fragaria × ananassa |
: ανοίγομαι 1. εξωτερικεύω τον ψυχικό μου κόσμο, εκδηλώνομαι: Δεν ~ εύκολα σε αγνώστους. 2. απομακρύνομαι από κάποιο χώρο: (από τη στεριά) Η βάρκα ~χτηκε στο πέλαγος. Μπήκαμε στο σκάφος και ~χτήκαμε στη θάλασσα. (για οδηγό:) ~χτηκε αριστερά, για να κάνει προσπέραση.
- Στην οικογένεια των εσπεριδοειδών (citrus): orange, lemon, grapefruit, mandarin
- Με λευκή ή κρεμ σάρκα: apple, pear, banana, lychee
- Πλούσια σε νερό: watermelon, melon, grape, orange
- Για γλυκά και μαρμελάδες: strawberry, apricot, plum, quince
(από τον χώρο της άμυνας στο ποδόσφαιρο:) Οι αντίπαλοι ~χτηκαν, αφήνοντας κενά στην αμυντική γραμμή. 3. διευρύνω, επεκτείνω τις δραστηριότητές μου, πνευματικές, οικονομικές· ξοδεύω υπέρμετρα, ξανοίγομαι: Χώρες που ~ονται στις νέες τεχνολογίες. (προφ.) Ας μην ~όμαστε (πολύ), έχουμε και έξοδα!
Τοπικά τζάκποτ στα φρουτακια – Πως να τα εκμεταλλευτείτε
μετά τις διακοπές); Το μαγαζί δεν θα ~ξει στις γιορτές (= θα μείνει κλειστό). (μτφ.) Την εκδήλωση θα ~ξει (με ομιλία του) ο .. (= θα προλογίσει). ~ει μια νέα περίοδος/ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις των δύο κρατών. Χώρα που ~ει δίαυλο επικοινωνίας/συνεργασίας με τις γειτονικές της.
Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώριζαν επισκεπτόταν συχνότερα δύο συγκεκριμένα πρακτορεία - Ελέγχεται όπως αποκάλυψε το ΘΕΜΑ για ξέπλυμα μαύρου χρήματος και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης
εμφανίζω τα περιεχόμενα αρχείου ή προγράμματος στην οθόνη υπολογιστή (συνήθ. με διπλό κλικ στο εικονίδιό του): ~ το έγγραφο/το λινκ/το παράθυρο. (αμτβ.) αυξάνεται το πλάτος μου, γίνομαι πιο ευρύς: Με τον καιρό τα παπούτσια θα ~ξουν και δεν θα σε στενεύουν. (μτφ.) ~ει το χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις (= μεγαλώνει). 10. : ανοιγόμενος , η, ο: που μπορεί να ανοίξει: ~η: οροφή (βλ. αίθριο). : ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου: χαίρομαι: ~ ~ cas froytakia tzogos όταν τον βλέπω!, ανοίγει η τύχη μου: βελτιώνεται πολύ cas kazino chalandri η κατάστασή μου (ύστερα από απροσδόκητα θετικό συμβάν): Κέρδισε το λαχείο και ~ξε ~ του., ανοίγει ο κύκλος: αρχίζει να λαμβάνει χώρα μια σειρά δραστηριοτήτων (που αναμένονται να διαρκέσουν αρκετές ημέρες): ~ ~ των απολογιών/διαπραγματεύσεων/κινητοποιήσεων., ανοίγω (τον) δρόμο 1. (μτφ.) δημιουργώ τις προϋποθέσεις (για κάτι συνήθ.
Τα «στημένα» παιχνίδια
(βγάζω το περιτύλιγμα:) ~ το δέμα/τα δώρα/το πακέτο (πβ. Το ντουλάπι δεν ~ει, έχει κολλήσει/φρακάρει! κλείνω (1) 2. απλώνω κάτι διπλωμένο ή πτυσσόμενο: ~ την ομπρέλα/τον χάρτη. με το πάτημα κουμπιού): ~ το ραδιόφωνο/την τηλεόραση/τον υπολογιστή.
Τι είναι τα φρουτάκια;
κλείνω (3), σβήνω (2) 4. απελευθερώνω τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου, περιστρέφοντας ή πατώντας τον μηχανισμό που εμποδίζει την παροχή του: (μτβ.) ~ τη βαλβίδα/στρόφιγγα. Μπορείς να ~ξεις το φως (= να το ανάψεις. σβήνω); (αμτβ.) Ο διακόπτης ~ει με κάρτα. κλείνω (5) 5. θετικό): Οι νέες τεχνολογίες ~ουν ~ προς τη/στη γνώση. ~ξε ο δρόμος για την προαγωγή του. 2.
Αδειοδότηση και ασφάλεια
ανάνηψη[ἀνάνηψη] α-νά-νη-ψη ουσ. ): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανανήφω: (ΙΑΤΡ.) βασική/μετεγχειρητική (βλ. τεχνητή αναπνοή) ~. ελαχιστοποίηση των συνθηκών που μπορούν να εκτρέψουν ένα κύριο πρόγραμμα από την κανονική του ροή σε περίπτωση σφάλματος. ανάπαυση[ἀνάπαυση] α-νά-παυ-ση ουσ.
Πως κερδίζω ένα εσωτερικό τζάκποτ στα φρουτάκια;
ύπνος: εβδομαδιαία/ημερήσια/μεσημεριανή (βλ. σιέστα)/σύντομη/υποχρεωτική ~. (σε ταξίδι:) Στάση για ~, διανυκτέρευση και ανεφοδιασμό. μετά θάνατον: μνημόσυνο υπέρ ~αύσεως των ψυχών. στάση χαλάρωσης στρατιώτη, αστυνομικού ή γυμναζόμενου και το αντίστοιχο παράγγελμα: σε στάση ~ης. δημιουργώ πέρασμα: ~ξε ~ με τους αγκώνες του/ανάμεσα στο πλήθος., ανοίγω δουλειές (σε κάποιον) (προφ. ): βάζω κάποιον σε μπελάδες, του προκαλώ προβλήματα: Μου έχεις ~ξει ~ με τα καμώματά σου!, ανοίγω ευκαιρίες: δημιουργώ νέες δυνατότητες: Σπουδές που ~ουν ~ στη (/για τη) ζωή. ~ουν/~ονται ~ που πρέπει να τις αξιοποιήσουμε (= παρουσιάζονται)., ανοίγω σπίτι (μτφ.-προφ. ): παντρεύομαι: Είναι ώρα ν' ανοίξεις κι εσύ ~ (= να νοικοκυρευτείς)!, ανοίγω τα μάτια (κάποιου) (μτφ. ): τον διαφωτίζω, τον αφυπνίζω: Μας ~ξε ~ και καταλάβαμε την απάτη. κλείνω τα μάτια (κάποιου) (1), ανοίγω τα μάτια μου: ξυπνώ· κατ' επέκτ. ανακαλύπτω την αλήθεια: Με το που ~ξε ~ του .. ~ξε ~ σου επιτέλους να δεις τι γίνεται (= ξεστραβώσου)!, ανοίγω την αγκαλιά μου 1. απλώνω τα χέρια μου για να αγκαλιάσω κάποιον: ~ξε ~ του και την έσφιξε στο στήθος του.2. (μτφ.) υποδέχομαι κάποιον ζεστά, με στοργή: Ιατροί και νοσηλευτές ~ξαν ~ τους στα παιδιά., ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον): εξωτερικεύω, εκμυστηρεύομαι σε κάποιον κάτι που σκέφτομαι ή που με απασχολεί: (Μου) ~ξε ~ του και μου μίλησε για τα προβλήματά του (= μου ανοίχτηκε). εξομολογούμαι, βγάζω τα (ε)σώψυχά μου., ανοίγω την όρεξη/(μου)ανοίγει η όρεξη: προκαλώ επιθυμία για φαγητό/έχω έντονη επιθυμία για κάτι: Γεύσεις/πιάτα που ~ουν ~. (μτφ.) Η ανοδική πορεία της οικονομίας έχει ανοίξει την ~ των εταιρειών για νέες (επενδυτικές) δραστηριότητες., ανοίγω το σκορ: σημειώνω το πρώτο γκολ ή καλάθι: Οι φιλοξενούμενοι ~ξαν ~. Το σκορ ~ει με δυνατό σουτ του ..., ανοίγω τον φάκελο (μτφ. ): ξεκινώ τη διερεύνηση μιας υπόθεσης: Δημοσιογράφος που έχει αποφασίσει να ~ξει ~ της δολοφονίας. ~ξε ο φάκελος της διαφθοράς., ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) (μτφ.-προφ. δυσαρέσκειας) τον χτυπώ στο κεφάλι: Θα σου ~ξω/σπάσω το ~!, άνοιξαν οι ουρανοί: σε περιπτώσεις πολύ δυνατής βροχής: ~ ~ και άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς/ρίχνει καρεκλοπόδαρα., ν' ανοίξει/ν' άνοιγε η γη (και) να με καταπιεί (μτφ. ): να εξαφανιστώ, να χαθώ από όλους και από όλα: Αισθάνθηκα τόσο άσχημα/ντράπηκα τόσο πολύ, που μακάρι ν' άνοιγε ~ ~! Αν λέω ψέματα, ν' ανοίξει ~ ~., ανοίγει (νέους) ορίζοντες βλ. ορίζοντας, ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους βλ. δρόμος, ανοίγει ο καιρός βλ. καιρός, ανοίγει ο ουρανός βλ. ουρανός, ανοίγει τις πύλες/τις πόρτες του/της βλ. πύλη, ανοίγει το κουτί της Πανδώρας βλ. Πανδώρα, ανοίγει τους ασκούς/τον ασκό του Αιόλου βλ. ασκός, ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό, ανοίγει/κλείνει το κεφάλαιο βλ.
Τελικές Σκέψεις
): το νεκροταφείο (συχνά ονομάζεται έτσι και ο δρόμος που οδηγεί προς το κοιμητήριο)., τόπος αναπαύσεως: ΕΚΚΛΗΣ. το κοιμητήριο ή ο παράδεισος ή γενικότ. το μέρος όπου βρίσκει κανείς την εσωτερική γαλήνη. ανοίγω[ἀνοίγω] α-νοί-γω ρ. (μτβ.κ.
Σύμβολο Wild (Μπαλαντέρ)
αμτβ.) {άνοι-ξα, ανοί-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, ανοιγ-όμενος, ανοίγ-οντας} 1. μετακινώ, αφαιρώ οτιδήποτε κρατάει κλειστό κάτι, καθιστώντας δυνατή την πρόσβαση σε αυτό ή την (οπτική) επαφή με το εσωτερικό του: ~ την πόρτα (: ξεκλειδώνω ή γυρίζω το πόμολο). (προφ.) ~ξαν το σπίτι/το χρηματοκιβώτιο (= το διέρρηξαν). Στο αεροδρόμιο τού ζήτησαν να ~ξει την τσάντα του. ~ το καπάκι/την κονσέρβα (με το ανοιχτήρι)/το μπουκάλι. κλείνω, ανοίγει/ματώνει η μύτη μου βλ. μύτη, ανοίγει/ξύνει (παλιές) πληγές βλ. ξύνω, ανοιγμένα κεφάλια βλ. κεφάλι, ανοίγουν/κλείνουν οι κάλπες βλ. κάλπη, ανοίγω (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, ανοίγω ιστορίες βλ. ιστορία, ανοίγω λογαριασμούς βλ.
- Κλασσικά μούρα: strawberry, raspberry, blueberry, blackberry
- Καθημερινά φρούτα: apple, banana, orange, grape
- Εξωτικά φρούτα: mango, pineapple, papaya, kiwi
- Καταναλώνονται συχνά αποξηραμένα: raisin, apricot, fig, date
λογαριασμός, ανοίγω πανιά βλ. πανί, ανοίγω πυρ βλ. πυρ, ανοίγω σαμπάνιες βλ. σαμπάνια, ανοίγω τα στραβά μου βλ. στραβός, ανοίγω την πόρτα της εξόδου βλ. πόρτα, ανοίγω το βήμα/τον βηματισμό μου βλ. βήμα, ανοίγω το στόμα μου βλ. στόμα, ανοίγω τον χορό βλ. χορός, ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά (μου) βλ. φτερό, ανοίγω/δείχνω/φανερώνω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, ανοίγω/κλείνω μέτωπα βλ. μέτωπο, ανοίγω/κλείνω τον αέρα βλ.
| Φρούτο (ΕΛ) | Φρούτο (EN) | Κύρια περίοδος σεζόν | Ποικιλίες |
|---|---|---|---|
| Κεράσι | Cherry | Μάιος - Ιούλιος | Βισίνια, Βασιλική |
| Βερίκοκο | Apricot | Ιούνιος - Αύγουστος | Μπλέτ, Μπουλίντα |
| Ρόδι | Pomegranate | Σεπτέμβριος - Νοέμβριος | Wonderful, Acco |
| Καρπούζι | Watermelon | Ιούνιος - Αύγουστος | Σανγκμπό, Κριμσον Σουΐτ |
αέρας, ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί βλ. αυτί, άνοιξαν οι κρουνοί/καταρράκτες του ουρανού βλ. κρουνός, άνοιξε η γη και τον κατάπιε/λες και τον κατάπιε η γη/σαν να τον κατάπιε η γη βλ. καταπίνω, αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο βλ.
Πώς εξαπατούσαν του παίχτες
δημιουργώ εσοχή, κενό (συνήθ. στην επιφάνεια της γης): ~ μια λακκούβα (στο έδαφος/στο χώμα). (κατ' επέκτ., για δημιουργία πληγής:) ~ξε ο ασθενής (= έπαθε κατακλίσεις). 6. ελευθερώνω χώρο από οτιδήποτε εμποδίζει το πέρασμα ή δημιουργεί στενότητα: ~ξε ο δρόμος στα χωριά που είχαν αποκλειστεί.
Διαδικασία σύνδεσης λογαριασμού
(προφ.) Ανοίξτε να περάσω (= κάν(ε)τε τόπο)! ~ξαν τα σύνορα (= είναι ελεύθερη η επικοινωνία μεταξύ των χωρών). κλείνω (9) 7. κάνω έναρξη σε κάτι, ξεκινώ: ~ λογαριασμό καταθέσεων. (για επαγγελματική δραστηριότητα:) ~ γραφείο/επιχείρηση/εστιατόριο (πβ. παράθυρο, γυρίζω/ανοίγω (μια) νέα σελίδα βλ. σελίδα, δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον βλ. πόρτα, δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι βλ. μύτη, κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω, πιάνω/ανοίγω κουβέντα με/σε κάποιον βλ. κουβέντα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω, σκάβω/ανοίγω τον λάκκο (κάποιου) βλ. λάκκος, τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη βλ. τρώω [< αρχ. ): κερδίζει πολλά χρήματα., δεν αγαπάει ούτε τ' άντερά του (μειωτ. ): δεν νοιάζεται για κανένα, είναι σκληρός και ανελέητος: Μην περιμένεις τίποτα από δαύτον! πεθαίνω, ξεκαρδίζομαι στα γέλια., λάδωσε/λίγδωσε τ' άντερο/τ' αντεράκι (κάποιου) (μτφ. ): χόρτασε ή απόκτησε υλικά αγαθά., στριμμένο άντερο (μειωτ. ανάποδος, κέρατο., του βγάζω τ' άντερα (μτφ.) 1. ξεκοιλιάζω, μαχαιρώνω, σκοτώνω: (απειλητ.) Να του πεις πως, αν τον δω, θα του βγάλω ~!2. (σπάν.) ξεχαρβαλώνω, χαλάω κάτι: Προσπάθησε να φτιάξει το ραδιόφωνο και του έβγαλε ~!, βγάζω/ξερνώ τ' άντερά μου βλ. ξερνώ, μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα βλ. γυρίζω, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας [< μεσν. αξιωματικός[ἀξιωματικός] α-ξι-ω-μα-τι-κός ουσ. βαθμοφόρος των Ενόπλων Δυνάμεων (Στρατού Ξηράς, Πολεμικού Ναυτικού και Πολεμικής Αεροπορίας) ή των Σωμάτων Ασφαλείας (Λιμενικού, Αστυνομίας και Πυροσβεστικής): απόστρατος/έφεδρος/ιπτάμενος ~. {μόνο στο αρσ.} (στο σκάκι) πιόνι που μπορεί να κινηθεί μόνο διαγωνίως, πάνω από τετράγωνα του ίδιου χρώματος.
- Από κλιματικούς θερμοκρασίας: olive, date, fig
- Μικρά και στρογγυλά: grape, cherry, blueberry
- Με κουκούτσι (stone fruits): peach, plum, apricot, cherry
- Τροπικά: banana, coconut, passion fruit, guava
που βρίσκεται στην πρώτη, τη δεύτερη ή την τρίτη αντίστοιχα βαθμίδα της ιεραρχίας. απόγευμα[ἀπόγευμα] α-πό-γευ-μα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) απόγεμα & απόγιομα: το διάστημα από το μεσημέρι μέχρι τη δύση του ήλιου: Κατά το ~. (θηλ.) 1. τρόπος σύνδεσης των τμημάτων ενός συνόλου (συνήθ. η ίδια η σύνδεση ή το σημείο στο οποίο ενώνονται: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ποδοκνημική ~. ~ αγκώνα/αστραγάλου/γνάθου/γονάτου/ισχίου/καρπού/ώμου. (μτφ.) Η ~ των σκηνών του θεατρικού έργου. εκφορά και εκφώνηση φθόγγων, συλλαβών και λέξεων, με συγκεκριμένη διάταξη και κινήσεις των φωνητικών οργάνων και γενικότ. η διπλή συγκρότηση της ανθρώπινης γλώσσας από μονάδες ήχου με νόημα (πρώτη άρθρωση: μονήματα, μορφήματα), που αναλύονται σε μονάδες ήχου χωρίς νόημα (δεύτερη άρθρωση: φωνήματα): Η ~ ~ χαρακτηρίζει αποκλειστικά την ανθρώπινη ομιλία. αριστοκρατία[ἀριστοκρατία] α-ρι-στο-κρα-τί-α ουσ.
- Νομιμα Καζινο στην Ελλαδα [2026]
- Νομικό πλαίσιο λειτουργίας τυχερών παιγνίων στην Ελλάδα
- Δωρεάν περιστροφές χωρίς κατάθεση σε διαδικτυακά καζίνο στην Ελλάδα
- Οδηγός στοιχήματος για ιππόδρομο
- 🎃Προσφορά* χωρίς κατάθεση* με Κουπόνι 5€ efood & 1010 Δώρα* από τη Stoiximan🎁
- PayPal casino: Best PayPal casinos UK for 2026
- Promociones exclusivas sin depósito para España